Είναι φορές που η ζωή δεν κυλάει.. Σκοντάφτει ξανά και ξανά, χάνει τα λόγια της, της κόβεται η ανάσα- ένα σκοτεινό χέρι της γραπώνει το μέσα από το θώρακα και το σφίγγει. Όταν της έχει μείνει λίγη δύναμη μέσα της, αρχίζει να εκτοξεύεται δεξιά και αριστερά, μπρος και πίσω -τα γόνατα ανεβαίνουν ψηλά- και βγάζει άναρθρες τσιρίδες, συγκεντρωμένης έντασης· να ξυπνήσει, να ξυπνήσει! να ξεκολλήσει ο εγκέφαλος από τα τοιχώματα του κρανίου -έχουν λιμνάσει τα νερά του- να τα ταράξει! Κύματα να ‘ρθούνε, να διώξουνε την πέτσα που ‘χει πιάσει, να φέρουν φρέσκιες αισθήσεις. Άλλοτε, όμως, το “ζωή δεν κυλάει” γίνεται μια παγιωμένη κατάσταση. Και αφού η γη γυρίζει, οι εξελίξεις τρέχουν και ο Χρόνος δεν περιμένει (ανάθεμά σε Χρόνε!), η ζωή μόνο για ‘κείνη δεν κυλά. Και μένει εκεί, να σηκώνει βαρύ το πόδι, να κάνει κάτι σαν βήμα, και να βουλιάζει πάλι.
Τα φαντάσματα τα ξέρεις· Ε, με πεθύμησαν και είπαν να μου κάνουνε επίσκεψη. Έτσι, μια φευγαλέα στην αρχή, αλλά τους καλάρεσε και την κάνανε αρμένικη βίζιτα. Βρήκανε το περιβάλλον πρόσφορο, είχε πολλές γωνιές το σπίτι να χωθούν και να κουρνιάσουν. Έκανα βλέπεις ετοιμασίες μήνες πριν, περιοριζόμουνα στο χώρο, μαζευόμουνα, για να χωράνε όταν έρθουν. Με τρόμαξαν με το που τα αντίκρυσα στην πόρτα· είναι σκοτεινά κι επίμονα, τα ξέρεις. Να περνάει πάντα το δικό τους, σμπρώξαν και μπήκαν. Δεν πέρναγα και πολύ καλά εκείνο τον καιρό και τα άφησα να μείνουν κι άλλο, να μου κάνουνε παρέα. Τα φαντάσματα τα ξέρω καιρό τώρα, και τα ξέρω καλά. Περνάω χάλια όταν είναι κοντά, και από μακριά όταν τα βλέπω τα τρέμω. Αλλά τους ετοίμαζα το σπίτι καιρό, βλέπεις, κι έχουμε μακριά ιστορία, ε, και μου κατσικώθηκαν. Αυτά λένε ποτέ δεν φύγανε, τα πούστικα. Τι τα θες, αεροπλάνα πήρα, ήρθαν κι αυτά. Ήτανε που γύρισα και στη γενέτειρά τους. Εκεί χαρές να δεις που κάνανε! Το γλέντησαν πολύ- τα φαντάσματα πάντα το γλεντάνε!